14 Ιανουαρίου 2014

Ουτοπικα Αστερια

Για παντα? Τι παει να πει για παντα?

Εγω ξερω πως οταν η αληθεια μου συναντα την δικη σου αληθεια, τοτε, γεννιεται το ονειρο. 
Και τα ονειρα δεν ξερουν απο λεπτα, ωρες και δευτερολεπτα. 
Δεν ξεχωριζουν την νυχτα απο την μερα. 
Και υστερα το ονειρο θα γινει αστερι.
Ετσι θα ζησει για παντα. Αυτο ξερω μονο.
Το αιωνιο το βαριεσαι καμια φορα, και εμεις δεν ειμαστε αστερια.
Η ρουτινα, σου γεμιζει τα πνευμονια και η ουσια χανεται. 
Και αν χαθει η ουσια, πες μου, ποιο το νοημα?
Αν χαθει η μαγεια ποιος ο σκοπος? 
Ασε τα αστερια τωρα εκει που καθονται. Αυτα εχουν πλεον συνηθισει. 
Δεν τα νοιαζει η μοναξια τους. Δεν τα νοιαζει που φεγγουν μονο το βραδυ.
Εμεις τι κανουμε ειναι το θεμα. 
Αν θες το "για παντα" γινε ονειρο και αστερι. 
Εγω δεν το μπορω. Δεν μπορω αλλο πια την μοναξια. 
Δεν θελω να φωτιζω για παντα τον δρομο ξενων.
Δεν θελω να ζω για παντα σε εναν μαυρο ουρανο. 
Δεν θελω να ζω στο ονειρο πια.
Δεν θελω να κοιμαμαι για να ζω. 
Προτιμω την ζωη μου ετσι. Οπως και αν ειναι. 
Άσε με εμενα να κυλιεμαι στις λασπες και στο βρομονερα. 
Αν θες να γινεις αστερι και ονειρο να ξερεις πως δεν σε ζηλευω. 
Τι να τα κανει κανεις τα συννεφακια και τον απεραντο ουρανο?
Εχω καιρο να δω τα αστερια, και παλια καθομουν με τις ωρες.
Εχω καιρο να δω ενα ονειρο και να πω, ναι ολα ειναι δυνατα.
Τα παντα ειναι δυνατα μονο οταν το παρουμε αποφαση,
και το δικο μας αστερι ζει μεσα μας. 
Επαψα να το ψαχνω τα βραδια. 

Γιαυτο σου λεω το "για πάντα" δεν μου παει εμενα. 


20 Δεκεμβρίου 2013

Νυχτερινό Ημερολόγιο

Πέρασαν οι νύχτες.
Πέρασαν όμως πιο δύσκολα από ότι περνά ένας χρόνος ολόκληρος.
Οι νύχτες είναι πάντα δύσκολες.
Δεν το ήξερες;
Έρχονται όλα τα όνειρα που έκανες, να σου κρατήσουν συντροφιά.
Έρχονται και οι σκέψεις μετά. Για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Και αυτή η απουσία που γεμίζει το δωμάτιο, δε σε αφήνει να κοιμηθείς.
Και έτσι μένεις και φυλακίζεσαι μαζί τους.
Στροβιλίζεσαι στο τίποτα.
Γυρνάς στο κρεβάτι όπως κάνουν οι τρελοί.
Ψιθυρίζεις ονόματα και λέξεις σιγανά.
Για να μην σε ακούσει κανείς και σου τις πάρει και αυτές.
Και σαν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο σου θα δεις μόνο σκοτάδι.
Γιατί ο ήλιος κρύφτηκε και έδωσε την θέση του στο φεγγάρι.
Εκείνο όμως δεν φτάνει για να φωτίσει το μικρό σου δωμάτιο.
Και έτσι μένεις στα σκοτεινά παρέα με τους απρόσκλητους καλεσμένους σου.
Τους ανέχεσαι παθητικά.
Κάνεις υπομονή.
Γιατί ξέρεις πως σε λίγο ξημερώνει πάλι.
Ξέρεις πως το δωμάτιο θα γεμίζει πάλι με φως και οι "καλεσμένοι" σου θα πρέπει να φύγουν.
Στην ψύχη σου όμως;






17 Δεκεμβρίου 2013

Ο λόγος.

Και αν όλα τα ξέραμε από την αρχή;
Αν γνωρίζαμε το αποτέλεσμα δεν θα γευόμασταν την αγωνία.
Αν μπορούσαμε να διαβάζαμε τις σκέψεις των ανθρώπων θα αγνοούσαμε την έκπληξη.
Αν μπορούσαμε να ορίσουμε εμείς τους παλμούς της καρδιάς μας θα χάναμε το σκίρτημα του έρωτα.
Αν ο αληθινός αυθορμητισμός δεν ενθαρρύνει την ζωή σου,
την ανησυχία για την ύπαρξη σου, σε αυτό το ατελείωτο ταξίδι με προορισμό το άγνωστο,
τότε το λιμάνι ίσως να είναι δίπλα σου. 
Ίσως το λιμάνι να είναι πολύ μακριά. 
Ίσως και να μην το ανταμώσεις ποτέ. 
Αυτή είναι η μαγεία της ζωής. Ψάξε το λιμάνι σου. 
Μην το αφήσεις να χαθεί από τα μάτια σου.

Αν πάλι αναζητάς την σιγουριά μιας εύκολης ζωής 
μείνε στην ρουτίνα της καθημερινότητας σου, χωρίς όνειρα, προσδοκίες και στόχους. 
Γίνε ένα με την μάζα. Γίνε ένα με το μαύρο χρώμα που κυριαρχεί. 
Θεατής σε ένα έργο που παίζεται για σένα. 
Και θα γελάς μονάχα όταν στο επιτρέπουν. 
Θα κλαις όταν στο επιτρέπουν. Θα νιώθεις όταν στο επιτρέπουν. 
Τα θέλω σου θα κρυφτούν κάτω απο τον ίσκιο των πολλών. 
Και όταν θελήσεις να τα βρεις, εκείνα θα είναι πλέον νεκρά. 

Αν παρατήσεις τον αγώνα σου, το ρίσκο σου και τα πιστεύω σου, τότε θα μηδενίζεις και τις αξίες σου. 
Τις πετάς μέσα σε ένα λαβύρινθο, σε ένα λαβύρινθο που ήδη ζουν όλοι οι φόβοι σου και οι ανασφάλειες σου. Και εκεί πεθαίνει και ο κόσμος σου. 
Αθόρυβα. 
Ανώδυνα. 
Μονάχα το σώμα σου θα ανασαίνει μηχανικά. 
Με σταθερούς ρυθμούς. 
Χωρίς την φλόγα της προσμονής να καίει μέσα σου. 

Αν λοιπόν δεν υιοθετήσεις το ρίσκο, 
αν δεν αγκαλιάσεις την υπέρβαση, δεν υπάρχει λόγος.
Δεν υπάρχει λόγος να ζεις και να λέγεσαι άνθρωπος. 





10 Δεκεμβρίου 2013

Οι ευχές μιας Ψυχής.

Μια ψυχή που δεν θέλησε ποτέ να γεννηθεί.
Και όμως βρέθηκε σε έναν κόσμο ξένο.
Χωρίς να την ρωτήσει κανείς αν μπορεί να αντέξει το κενό.

Πως μπορεί κανείς να αντέξει το κενό;
Πως μπορεί κάποιος να περπατήσει μόνος;
Όμως αυτή η ψυχή άντεξε το κενό και έμαθε να περπατάει μόνη της μέσα του.
Συνήθισε την απουσία. Έμαθε να ζει μόνη της. Προσαρμόστηκε.
Ποτέ δεν χρειάστηκε να κλάψει. Δεν ήξερε τι σχήμα είχαν τα δάκρυα.
Ποτέ δεν χρειάστηκε να γελάσει, να πονέσει, να εμπιστευθεί.
Δεν ήξερε τι σημαίνουν οι λέξεις αυτές, και όμως τις γνώριζε.
Μέχρι που ο κόσμος της γέμισε και άλλες ψυχές.
Διαφορετικές από εκείνη.
Και χάρις αυτές έμαθε τι σχήμα είχαν τα δάκρυα.
Χάρις αυτές έμαθε να γελάει, να πονάει, να εμπιστεύεται.

Μα όλα αυτά μια μέρα της φάνηκαν βουνό.
Και άρχισε να τρέχει.
Ήθελε να φύγει μακρυά.
Να κρυφτεί κάτω απο ένα δέντρο και να ξεχάσει ότι έμαθε.
Έσπρωχνε τις ψυχές γύρω της. Πνιγόταν.
Και όταν πια ήταν μόνη, έπεσε στα γόνατα, πήρε μερικές βαθιές ανάσες και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε για μέρες ολόκληρες, μπορεί και μήνες, γιαυτό και δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει.

Και έτσι, αυτή η ψυχή που δεν θέλησε ποτέ να γεννηθεί,
αυτή η ψυχή που ήθελε να ξεχάσει όσα της έμαθαν
τώρα παρακαλούσε να ζήσει για πάντα.
Παρακαλούσε να μην ξεχάσει ποτέ.
Και τα κατάφερε.

4 Δεκεμβρίου 2013

Το 1/2.

Μισά θα μείνουν όλα.
Όσος χρόνος και αν μας δοθεί ποτέ δεν θα είναι αρκετός.
Πάντα κάτι θα μένει μισό. Όπως μισοί μένουμε και εμείς.
Πέρασαν σκέψεις και σκέψεις μα πες μου πόσες από αυτές έκανες πράξη;
Πες μου πόσες προτάσεις σου άφησες μισές γιατί κάτι άλλο σου τράβηξε την προσοχή;
Πόσες φορές ξέχασες το όνειρο σου, και το άφησες κάπου στην μέση να χαθεί;
Ποτέ δεν θα μας φτάσει ο χρόνος. Είναι τσιγκούνης και κυλά γρήγορα.
Ότι και αν κάνεις, πάντα θα το αφήνεις μισό.
Και που μπορεί να χωρέσει μια ζωή μισή;
Μισά χαμόγελα στραβά. Μισοτελειωμένες κουβέντες. Μισοτελειωμένες καταστάσεις.
Και το μισό, από το ολόκληρο, χάνεται εύκολα. Χωρίς να το καταλάβεις.
Και καταλήγεις πάλι με το τίποτα. Πάλι στην αρχή.
Στο κενό που γεμίζει με το τίποτα μιας άδειας ζωής.
Και προσπαθείς να μαζέψεις γεύσεις και αρώματα ξανά. Έρωτες και φίλους από την αρχή.
Μα το μισό δύσκολα το συμπληρώνεις.
Λίγος χρόνος για να βρεις το άλλο μισό που ταιριάζει.
Και είναι πολλά μισά κομμάτια, μόνα τους, και ξεχασμένα. Πολλοί και εμείς που είμαστε μισοί.
Και άντε να βρεις μέσα στα πολλά αυτό που θες.
Πολλοί οι πειρασμοί και πολύ λίγος ο χρόνος.
Τόσο λίγος που αναρωτιέσαι τι ψάχνεις.
Η, τι πρέπει να ψάξεις να βρεις πρώτο.
Είσαι στα μισά λοιπόν η τώρα ξεκινάς;
Ψάχνεις το άλλο μισό, ή ζεις ήδη με το τίποτα;
Μην απαντήσεις. Δεν ξέρεις. Δεν θα μάθεις.
Πάντα θα είσαι το 1/2.

                                                           





1 Δεκεμβρίου 2013

Το Πώς και το Γιατί.

Οι μέρες περάσαν και κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει το πώς και το γιατί.
Πώς και γιατί χάνονται οι άνθρωποι.
Πώς και γιατί ξεχνάμε.
Πώς και γιατί αλλάζουν οι εποχές.

Οι μέρες τρέχουν και εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Απλά μένουμε πίσω και τις βλέπουμε να φεύγουν μακριά μας και το μόνο που έχουμε κερδίσει είναι αυτές οι δύο λέξεις, αυτά τα δυο αναπάντητα ερωτήματα, το πώς και το γιατί. Και αν μπορούμε να κάνουμε κάτι τότε γιατί δεν το κάνουμε; Γιατί δεν προσπαθούμε να την σταματήσουμε πριν φύγει και να τις ζητήσουμε ότι δικαιούμαστε; Γιατί δεν κάνουμε την μέρα να κρατά όσο την χρειαζόμαστε;
Και άλλα γιατί...
Και αφού λοιπόν όλοι κάτι ποθούμε πώς το αφήνουμε να φύγει από εμάς; Πως μπορεί να σβήσει η επιθυμία τόσο εύκολα; Υποτίθεται πως ότι θες το διεκδικείς. Που είναι λοιπόν η προσπάθεια; Πως μπορούμε να ξεχάσουμε κάτι τόσο δυνατό και να προσχωρήσουμε; Πως προχωράς;
Και άλλα πως...

Το πώς και το γιατί.
Μην ρωτάς ποτέ όταν δεν θες να ακούσεις την απάντηση. Η καλύτερα θα έπρεπε να πω μην ρωτάς ενώ ξέρεις ήδη την απάντηση. Δεν φταίνε οι μέρες που περνάνε τόσο γρήγορα, δεν φταίνε οι εποχές που αλλάζουν, οι άνθρωποι που φεύγουν και ξεχνάνε. Φταίμε εμείς.
Εγώ, εσύ, ίσως πάλι να φταίμε και οι δύο. Φταίμε εμείς που παρασυρθήκαμε, και αφεθήκαμε στον χρόνο. Φταίω εγώ που έβλεπα μόνο εμένα. Φταις εσύ, που άφησες να χαθεί αυτό το χρώμα από τα μάτια μου, όταν μου έλεγες πως όλα θα πάνε καλά.

Τίποτα δεν πήγε καλά λοιπόν.
Και θα αναρωτιόμαστε για καιρό το πώς και το γιατί.
Μην ψάξεις να βρεις την απάντηση στον κόσμο όμως. Ψάξε μέσα σου. Ξέρεις πολύ καλά πως οι απαντήσεις που περιμένεις είναι κάπου εκεί, κρυμμένες. Έχεις όσο χρόνο θες. Είναι προτιμότερο να σπαταλήσεις όλη σου την ζωή ψάχνοντας τις απαντήσεις που ο ίδιος μπορείς να δώσεις στον εαυτό σου, πάρα να ρωτάς και να κατηγορείς τον κόσμο ολόκληρο. Αυτό είναι το πώς.
Όσο για μένα έχω πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μου. Το πώς το έλυσα. Όπως και το γιατί.
Τώρα πρέπει μόνο να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Τα χαμένα όνειρα και τις ελπίδες μου.

Οι εποχές όμως άλλαξαν και πάλι.
Ήρθε χειμώνας. Άλλα ξέρω πως μετά θα έρθει πάλι Άνοιξη.
Γιατί; Γιατί όλα είναι ένας κύκλος.
Αυτό είναι το γιατί.



27 Νοεμβρίου 2013

Το πηγάδι της ζωής.

Και τώρα έχεις μπροστά σου ένα πηγάδι.
Είναι το πιο βαθύ πηγάδι που μπορείς να φανταστείς.
Εκεί αρχίζουν και τελειώνουν όλα. 
Από εκεί ξεκίνησες και εσύ, και ας μην το θυμάσαι.
Έμαθες όμως να το κοιτάς από ψηλά. Όπως και άλλα πράγματα στην ζωή σου.
Σε προκαλώ λοιπόν. 
Σε προκαλώ να πέσεις μέσα του. Να βρεθείς στον πάτο.
Να νιώσεις το σκοτάδι, την μοναξιά, την υγρασία, το κενό, τον εαυτό σου.
Τώρα κλείσε τα μάτια και σκέψου αυτό που φοβάσαι.
Ότι και αν είναι αυτό.
Την Απώλεια, την μοναξιά, την εγκατάλειψη, το ψέμα, το απουσία, τον θάνατο, την ζωή, το σκοτάδι, τους έρημους δρόμους, τους εφιάλτες σου, τον κόσμο, τα ύψη, τις σκέψεις, τους άγνωστους, τους μπάτσους, τους δασκάλους στο σχολείο, την άγνοια, τα απωθημένα, το ακατόρθωτο, την προδοσία, την φυλακή, την σχιζοφρένεια, την αλήθεια, την σιωπή, τον εαυτό σου. 
Κράτα τα μάτια σου για λίγο ακόμα κλειστά και σκέψου αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο.
Ότι και αν είναι αυτό.
Μια αγκαλιά, ένα φιλί, έναν φίλο σου, το σπίτι σου, την οικογένεια σου, τον σκύλο σου, το φαγητό που σου αρέσει, την κοπέλα σου, το αγόρι σου, τα αδέρφια σου, την βροχή, την εμπιστοσύνη, την αγάπη, τον έρωτα, την ψυχή σου, το σώμα σου, την αμοιβαιότητα, το άρωμα του, την μουσική, τις αναμνήσεις που είχες απο παιδί, την μαμά σου, τον μπαμπά σου, τον εαυτό σου. 
Και τώρα, αφού ξέρεις τι φοβάσαι και τι αγαπάς, σκαρφάλωσε και βγες στην επιφάνεια.
Άφησε όμως πίσω αυτό που αγαπάς και σκαρφάλωσε με τον φόβο σου παρέα.
Όταν φτάσεις ξανά στην κορυφή, και σταθείς στα πόδια σου, πέτα τον φόβο σου ξανά μες στο πηγάδι.
Πέταξε τον από πάνω σου με όλη σου την δύναμη. 
Λιώστον μες στα δύο σου χέρια.
Κάνε τον σκουπίδι, και πέτα τον πάλι στο τίποτα. 
Θάψε τον και ξέχασε τον. Ξέχασε πώς προφέρεται αυτή η λέξη. 
Όταν θα έχεις τελειώσει με τον φόβο σου, προσπάθησε να φτάσεις αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο.
Θυμήσου όμως ότι είναι στον πάτο του πηγαδιού. 
Προσπάθησε με νύχια και με δόντια για να τον κατακτήσεις. 
Δεν έχεις πια τίποτα να φοβάσαι. Μόνο να ελπίζεις.
Και όταν θα έχεις στα χέρια σου αυτό που αποζητάς, ότι και αν είναι αυτό για σένα, φόρα το. 
Καντο δικό σου. Αγάπησε το σαν την ζωή σου. 
Και ποτέ μην το ξεχάσεις, γιατί θα σε ξεχάσει και αυτό.
Και ποτέ μην το αφήσεις, γιατί θα σε αφήσει και αυτό.
Όλοι απο εκείνο το πηγάδι προερχόμαστε.
Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε παρέα με τους φόβους και τις χαρές μας.

Και τώρα σε αφήνω.
Έχω έναν φόβο να θάψω και μια χαρά να κατακτήσω.


                                     







25 Νοεμβρίου 2013

Συμπέρασμα Νο1

Το πέρασμα από τον χρόνο στον χώρο.
Δεν σε σκέφτομαι πια, όμως δεν παύω να σε σκέφτομαι έστω και λίγο.
Βλέπεις είναι οι λέξεις που σε φέρνουν στο μυαλό μου. Είναι τα μέρη που περπάτησες η περπατήσαμε μαζί. Είναι τα δωράκια που ανταλλάξαμε και τώρα είναι κλεισμένα σε ένα κουτί γεμάτο αναμνήσεις. Πλέον μείνανε μόνο αυτά για να σε θυμάμαι. Γιατί δεν σε βλέπω πια. Δεν ακούω την φωνή σου. Χάθηκες. Χάθηκα. Χαθήκαμε. Δεν χαθηκαμε όμως ανάμεσα στο πλήθος, όπως χάνει ενα παιδί την μαμά του. Χαθήκαμε σε κοινή θέα. Σε βλέπω και με βλέπεις. Αλλα είναι πια μεγάλη η απόσταση ανάμεσά μας. Και αν δεν με βλέπεις και δεν σε βλέπω υπάρχουμε. Η μάλλον συνυπάρχουμε, στο ίδιο μέρος. 
Η παρουσία της απουσίας.
Με ξεπερνά. Είναι δύσκολο να σου λείπει κάτι. Ξέρεις, αυτό το κενό που δεν μπορεί να γεμίσει εύκολα. Είναι ωραίο να ξυπνάς το πρωί και να ξέρεις ότι θα ακούσεις ένα καλημέρα. Είναι ωραίο να έχεις κάποιον να μοιραστείς τον καφέ σου, το χαμόγελό σου και τις σκέψεις σου. Ακόμα και αυτό όμως που το ζητάς και το θες τόσο πολύ, όταν έρχεται τι κάνεις? Φοβάσαι, κλείνεσαι στον εαυτό σου και κάνεις πίσω. 
Ε λοιπόν σύνελθε! 
Χαμογέλα, φτιάξε μια κούπα ζεστό καφέ και μοιράσου τον.
Έρχεται χειμώνας...



22 Νοεμβρίου 2013

Ο χειμώνας της μοναξιάς.

Το δωμάτιο είναι μικρό. Και κρύο. 
Σαν το κρύο που έρχεται μαζί με τον χειμώνα.

Χειμώνιασε, το δωμάτιο άσπρισε, και την φωνή σου την κάλυψε το χιόνι.
Μόνο μια μελωδία ακούγεται ξανά και ξανά. 
Η ατμόσφαιρα είναι βαριά.
Από τα τσιγάρα, τις σκέψεις και την απουσία σου.
Είναι δύσκολο να συνηθίζεις την απουσία. 
Είναι όμως πιο δύσκολο να σου λείπει κάτι που δεν είχες ποτέ.
Είναι βασανιστικά τα όνειρα που κάνεις για το ακατόρθωτο.
Και ενώ ξέρεις ότι ποτέ δεν θα το αποκτήσεις εσύ συνεχίζεις και το ζητάς.
Έτσι πρέπει. 
Δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Μόνο να κερδίσεις.
Ζήτα και θα έχεις. Ρώτα και θα μάθεις.
Κλάψε και εγώ θα είμαι εκεί να σκουπίσω τα δάκρυα σου. 
Ακόμα και αν ξέρω πως αυτά τα δάκρυα δεν θα είναι για μένα, 
ακόμα και αν ξέρω πως εσύ, το δικό μου ακατόρθωτο, υπάρχεις,  δεν θα ζητήσω τίποτα. 
Και εσύ θα ορκιστείς πως δεν θα μου πεις ποτέ.
Δεν θα μου πεις ποτέ ούτε για ποιόν ήταν τα δάκρυα σου, ούτε γιατί ποτέ δεν εμφανίστηκες.
Βλέπεις είναι ωραία η άγνοια. 
Είναι η μόνη ασφάλεια. 
Μην την μπερδέψεις όμως ποτέ με την μοναξιά. 
Η μία σε προστατεύει και η άλλη σε τρώει σιγά σιγά.
Και όταν πέσεις στα χέρια της δεύτερης, θα είναι πια πολύ αργά.
Θα ξυπνήσεις ένα πρωί, και το χιόνι θα έχει σκεπάσει και εσένα. 
Γιαυτό μην μένεις ποτέ σε μικρά και κρύα δωμάτια. 
Γιατί σε κάτι τέτοια δωμάτια, να σαν και αυτό εδώ, φωλιάζει η μοναξιά.
Αυτή είναι η μουσική. Αυτή είναι το κρύο. Αυτή είναι ο χειμώνας.

Γιαυτό πρόσεχε.
Μην χαθείς στην χιονοθύελλα.
Η φωνή σου δεν θα ακουστεί ξανά.
Γίνεται εντονότερη η ανάγκη τον χειμώνα μάτια μου.
Και είναι άσχημο να είναι χειμώνας και να είσαι μόνος.

17 Οκτωβρίου 2013

Πανω απο τα συννεφα.

Ο κοσμος σκοτεινιασε.
Ο ηλιος κρυφτηκε.
Και εμεις χαθήκαμε.
Παραπαταμε στην σιωπη γιατι τα ονειρα δεν μιλανε πια. Δεν μας δειχνουν τον δρομο.
Γινομαστε διαφανοι οταν κοιτιομαστε στα ματια. Δεν μπορουμε την αληθεια, κρυβομαστε στο ψεμα.
Δεν μιλαμε γιατι καποιος μας εκοψε την γλωσσα, και αν κοιταξεις στον καθρεφτη θα τον δεις.
Μειναμε μονοι σε μια πολη γεματη νεκρα ονειρα.
Προσπαθω να ξυπνησω ομως αυτο δεν ειναι ονειρο.
Ειναι το τελος μιας εποχης. Ενα τελος λυτρωτικο. Και εσυ καπου εκει γελας.
Τα ποδια μου δεν με κρατανε τωρα πια.
Προσπαθω να κρατησω το κορμι μου ορθιο, αλλα δεν υπακουει ουτε και αυτο.
Σταματησε να δεχεται εντολες. Ειναι ελευθερο, ειναι ετοιμο να πεταξει.
Και οπως αφηνω την γη, σε ακουω να φωναζεις να σε παρω μαζι μου.
Η φωνη σου ομως ξεμακρυνεται απο τα αυτια μου.
Αυτο το ταξιδι ειναι μονο για εναν.
Λυπαμαι.
Δεν αντεχεται το βαρος δυο αδειων κορμιων.
Τωρα χανεται και η φωνη σου. Ξεχασα κιολας το προσωπο σου.
Δεν σε γνωρισα ποτε και ομως σε ξερω καλυτερα απο σενα.
Δεν με αγγιξες ποτε αλλα τα σημαδια σου ειναι πανω μου.
Δεν ακουσα ποτε την φωνη σου, μα τωρα αυτη με ξεκουφαινει.
Νιωθω το κορμι μου να απομακρυνεται απο εσενα, απο την αδεια πολη και απο εμενα.
Φτανει ψηλα, αναμεσα και πανω απο τα συννεφα.
Και εκει σταματα. Δεν κινειται αλλο πια. Σαν να σταματησε ο χρονος, να χαθηκε, να πηγε μακρια.
Δεν μπορω να συνηθισω στο κενο, και ομως η απουσια σου με γεμιζει.
Μενω εδω, να κοιταζω την αδεια πολη απο ψηλα.
Μενω εδω που το κενο κραταει χιλια χρονια.



10 Οκτωβρίου 2013

Κενός λόγος.

Πότε δεν ήμουν κάλος στα λόγια.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. 
Χόρτασα μάλλον από τα λόγια των ανθρώπων. 
Λόγια που μιλάνε για αγάπη, για όνειρα, για φιλία, για πράγματα που ποτέ δεν μπόρεσαν να σπάσουν το φράγμα της φαντασίας και να γίνουν πραγματικότητα, γεγονότα και πράξεις. 
Λέξεις που ειπώθηκαν από χείλια στεγνά. 
Λόγια που ειπώθηκαν σε στιγμές που η λύπηση πήρε την θέση της συμπόνιας.
Μια ζωή μέσα σε λόγια κενά. Μια ζωή μέσα στο κενό. 
Ότι μεγαλώνει στο κενό η στην μοναξιά λένε γίνεται άγριο.
Τα λόγια δεν είναι ποτέ αρκετά. 
Τα λόγια ποτέ δεν σήμαιναν πολλά.
Γιαυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. Σταμάτησα να λέω τι με ενοχλεί, τι μου αρέσει, τι θέλω, τι δεν θέλω. Σταμάτησαν οι σκέψεις μου να γίνονται λόγια. Και έδωσα την θέση τους στις πράξεις. Πολλές από αυτές σωστές, περισσότερες από αυτές λάθος. Πολλές από αυτές δεν έγιναν όπως τις είχα σχεδιάσει. Πότε όμως τα πράγματα έρχονται έτσι όπως τα έχουμε σκεφτεί; Κάπως έτσι σταμάτησα να μιλάω. Κάπως έτσι τα λόγια που δεν είπα γίνανε πράξεις, που άλλοτε έφερναν πόνο και άλλοτε χαρά. 
Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε τι πονάει περισσότερο,
τα λόγια που ειπώθηκαν ή οι σκέψεις που έγιναν πράξεις; 
Από την άλλη όμως ίσως να μην μπορούμε, ίσως και να μην θέλουμε να καταλάβουμε.
Είναι ωραία η άγνοια όταν δεν σου προκαλεί πόνο.
Είναι ωραιότερη όμως όταν υπάρχει η πλήρης συνείδηση του λάθους και του σωστού.
Όταν όμως έρθει η στιγμή και καταλάβεις τα λάθη σου, 
τότε θα παρακαλάς την άγνοια να γίνει η καλύτερη σου φίλη, για να μην πονάς.
Όμως αυτή δεν θα είναι εκεί. 
Θα σε έχει εγκαταλείψει όπως εγκατέλειψε και εμένα.
Και μέσα σε μια στιγμή θα δούμε όλα τα λάθη μας να μας κοιτούν κατάματα.
Και το μόνο που θα έχουμε να μας κρατάει συντροφιά μέσα στο κενό, στα λόγια, 
στα πρόσωπα, στις πράξεις στα λάθη και στις σκέψεις μας, θα είναι ο πόνος.
Ο πόνος που από την αρχή μόνοι μας γεννήσαμε.
Γιατί φταίει που δεν μάθαμε να είμαστε καλοί στα λόγια.



9 Οκτωβρίου 2013

Σε μια κουταλιά νερό.

Εχουν κατι ομορφο αυτες οι μερες που ξεκινανε και τελειωνουν με βροχη.
Ενα συναισθημα που δεν μπορεις να περιγραψεις με λογια και ομως σε γεμιζει.
Αυτη την βροχη ζητας.
Την ζητας σαν να εχεις περασει καιρο πολυ στη ξηρασια της ερημου, την ζητας σαν απελπισμενος ταξιδιωτης που κουραστηκε να περιπλανιεται στο πουθενα. Την ζητας σαν το γαλα που ζητουσες απο την μαμα σου οταν ησουν μικρος. Νομιζεις πως αν βραχεις με το νερο της ολα τα προβληματα σου θα λυθουν, θα λυτρωθεις απο τις σκεψεις και απο τα συναισθηματα που πλημμυριζουν το μυαλο σου.
Ομως οσο και αν θες να βγεις εκει εξω και να βραχεις μεχρι το κοκκαλο κατι σε κραταει μεσα στο σπιτι. Στην ζεστασια της σιγουριας σου. Καθεσαι απλα και την βλεπεις απο το μικρο σου παραθυρο. Μπορεις να την μυρισεις. 
Και εκει που μια μυρωδια σε γεμιζει, αρχιζεις και κλαις.
Χωρις να ξερεις το γιατι.
Μαλλον φοβασαι.
Φοβασαι πως τα προβληματα και οι εγνοιες σου και οι σκεψεις σου δεν θα φυγουν απο το κεφαλι σου, αλλα θα βαρυνουν απο την βροχη και θα σε κανουν να πεσεις στην γη. Φοβασαι πως η βροχη θα σε πονεσει, φοβασαι πως μολις ακουμπησει το δερμα σου, αυτο θα αρχισει να καιγεται. Και οσο πιο πολυ φοβασαι τοσο πιο πολυ αυτη θα δυναμωνει.
Φοβασαι πως θα πνιγεις απο το πολυ νερο. 
Ετσι γινεται ομως.
Ολοι μας πνιγομαστε σε μια κουταλια νερο.


20 Σεπτεμβρίου 2013

Το αγορι απο το πουθενα

Ηταν χειμωνας ξανα και εκεινος ηταν ολομοναχος.
Μονος, χωρις καμια συντροφια, περα απο τις φωνες που ακουγε παντου ολογυρα.
θυμοταν καποιους ανθρωπους. Θυμοταν αυτους που ηρθαν, αυτους που εφυγαν, θυμοταν επισης αυτους που ειχαν φυγει πριν ερθουν κοντα του. Δεν θυμοταν κανεναν ακριβως.
Θυμοταν μονο μια μερα που σκεφτηκε "ΕΙμαι Ολομαναχος. Δεν υπαρχει αλλος εκτος απο μενα". 
Ζουσε στο σκοταδι. Εμαθε τον εαυτο του να περπαταει στο φως, αν και δεν ηταν ευκολο. Για ενα διαστημα τον πονουσε, τον αρρωσταινε.
Περιπλανηθηκε πολυ. Ετσι του ειχε πει μια φωνη στο κεφαλι του. Καποιες μερες ομως δεν πηγαινε πουθενα. Καποιες μερες ηταν χρονια. Ζουσε εδω και εκει, με αυτους και με εκεινους με αυτους που ηρθαν, αυτους που εφυγαν, με αυτους που ειχαν φυγει πριν ερθουν κοντα του και, τελικα, με κανεναν.

Οι εποχες αλλαζαν. Εκαναν κυκλους, ερχονταν περνουσαν και ξαναερχονταν, ξανα και ξανα. 
Εκανε κρυο, και υστερα δεν εκανε.
Οι νυχτες ηταν ατελειωτες και υστερα δεν ηταν.
Που και που ετρωγε. Προσπαυθουσε να ταισει την ψυχη του παρα το σωμα του.
Για ενα διαστημα ειχε τον ωκεανο διπλα του, απεραντο και γκριζο, και μια παραλια γεματη πετρες λειασμενες απο το νερο, και ψηλα πευκα που απλωναν τα μακρια χερια τους πανω απο την επιφανεια του νερου.Την νυχτα εβλεπε τα αστερια να κινουνται, παρακολουθουσε την Σεληνη να ξεπροβαλλει ορμητικη και υστερα να βουταει στην θαλασσα. 

Αυτη την φεγγαρολουστη νυχτα, οταν ειχε περασει πολυς καιρος που ηταν ολομοναχος, χωρις ουτε ενα φιλο στον κοσμο αν του κρατησει συντροφια σκεφτηκε "Ελατε εδω..."
Ηρθαν. Πρωτα ενας, υστερα ενας δευτερος ολο και περισσοτεροι. "Ελατε κοντα μου..."
Ξεπροβαλαν μεσα απο τις σκιες. Επεσαν απο τον ουρανο και απο ολα τα ψηλα μερη ολογυρα, και συντομα ηταν αμετρητοι. Στριμωχτηκαν ολογυρα του με τα ονειρευομενα προσωπα τους. Τους αγγιξε, τους χαιδεψε και δεν ενιωθε πια μονος.

Ρωτησε "Εμεις ειμαστε ολοι; Γιατι δεν εχω δει κανεναν, ουτε αντρα ουτε γυναικα εδω και πολλα χρονια. Δεν υπαρχει αλλος εκτος απο μενα;"  Αλλα οσο και αν ρωτουσε Δεν ειχαν να του δωσουν την απαντηση, μοναχα τον κοιταζαν με αυτο το κενο βλεμμα, αδειο απο ψυχη και σκεψη και συναισθημα.
"Πηγαινετε τωρα" σκεφτηκε και εκλεισε τα ματια του. Κι οταν τα ανοιξε, ειδε πως ηταν παλι μονος.
Ετσι εφυγε τρεχοντας απο εκεινο το μερος. Αρχισε να τρεχει και δεν σταματησε ποτε.

23 Αυγούστου 2013

Take Me Somewhere Nice

Θελω να με πας εκει που τελειωνει ο κοσμος. 
Εκει που η γη αγκαλιαζει τον ουρανο και η θαλλασα ακουμπα την στερια.
Εκει που η μερα κρατα οσο και η νυχτα και το χρωμα στον ουρανο 
ειναι τοσο γλυκο που σε κανει και κλαις. Εκει που το ονειρο συναντα την πραγματικοτητα. 
Εκει που βρεθηκαμε την πρωτη φορα. 
Εκει που συναντιουνται πρωτη φορα ολοι οι ανθρωποι
δυο φιλοι, δυο εραστες, εκει που μια μητερα συναντα για πρωτη φορα το παιδι της. Εκει που ο χρονος σταματα και εγκλωβιζεται σε μια γυαλινη κλεψυδρα και κυλα αργα. 
Εκει που κανενας φοβος και κανενας εφιαλτης δεν μπορει να μας βλαψει. 
Εκει που ολες οι ομορφες ιστοριες και τα παραμυθια δεν τελειωνουν. 
Εκει που εσυ, εγω και ολοι μας ειμαστε μερικα, τοσα δα μικρα, αστερια μπροστα στην ακρη, στην ακρη του συμπαντος. Και εκει στην ακρη, δεν φοβασαι πια. 
Εκει στην ακρη μπορεις και παλι να ζησεις. Μπορεις να δεις οτι σου ελειπε, οτι ηταν μπροστα στα ματια σου και δεν μπορουσες να δεις. 
Εκει που το τωρα μοιαζει αιωνιο και το αυριο μοιαζει με ιστορια. 
Και αν ποτε ξεχασεις τον δρομο για να βρεθεις εκει που τελειωνει ο κοσμος, απλα κλεισε τα ματια σου και αφησου. Ασε το σκοταδι που βλεπεις να γινει φως
Ασε τις ομορφες σκεψεις να σε πλημμυρισουν, και κλεισε τις ασχημες σε ενα στεγανο δωματιο, κλεισε την πορτα και κρυψε το κλειδι. Τοτε θα δεις το χρωμα αυτο στον ουρανο που θα σε κανει να κλαψεις. 

Και σε παρακαλω, οταν το δεις και κλαψεις για ωρα απο ευτυχια, 
υποσχεσου μου πως θα ερθεις να μου θυμισεις και εμενα τον τροπο να το δω. 
Πηγαινε με εκει που τελειωνει ο κοσμος και αρχιζει η ζωη.
                           
                                                             


19 Αυγούστου 2013

One way please.

Η αποσταση μεγαλωσε και αλλο.
Μην μου πεις πως δεν το βλεπεις.
Χαθηκαμε μαλλον και εμεις στην διαδρομη.
Σταματησαμε να παρουμε μια ανασα και ξεχασαμε να συνεχισχουμε.
Μα τα πνευμονια μας τωρα που πνιγονται απο οξυγονο, εμεις χαθηκαμε.
Τι να το κανεις το οξυγονο οταν δεν μπορεις να το ξοδεψεις σωστα;
Η σταση μας κρατησε μερες, βδομαδες, μπορει και χρονια.
Το οξυγονο τωρα μας σκοτωνει αντι να μας δινει ζωη.
Τωρα που ειμαστε χαμενοι στον χωρο και στον χρονο το τελος ειναι πιο γρηγορο.
Πιο γρηγορα απο τον χρονο, πιο γρηγορο απο εμενα και εσενα.
Κανε μια προσπαθεια και γυρνα να με βρεις.
Εδω ειμαι ακομα, δεν χαθηκα.
ΕΙμαι εδω που με αφησες και ακομα ξεκουραζομαι.
Το οξυγονο ομως μαζευτηκε πολυ και τα δικα μου τα πνευμονια δεν αντεχουν.
Εγω, δεν αντεχω στο πολυ.

Χωρις επιστροφη.
Ταξιδι για εναν.
Παντα ενας ο προορισμος, παντα ενας και ο ταξιδιωτης.
Πιο ταξιδι φτιαχτηκε στην ζωη για 2;
Κανενα. Μοναχα μερικες μικρης διαρκειας "εκδρομες".
Μια βολτα γυρω απο τα γνωστα και παλι πισω.
Μα εσυ εκλεισες εισιτηριο χωρις επιστροφη. Εφυγες και δεν θα γυρισεις.
Η αποσταση μεγαλωνει και αλλο καθως απομακρυνεσαι.
Αν ηξερα πως θα γινοταν ετσι θα σου εκανα εγω δωρο αυτο το εισιτηριο.
Ενα εισιτηριο χωρις επιστροφη, για εναν επιβατη με αγνωστο προορισμο.
Ποτε δεν ηξερα που ηθελες να πας.
Τωρα ξερω.
Καπου μακρια απο μενα.
Μα σαν χορτασεις απο το αγνωστο και θελεις να γυρισεις βρες τροπους,
χτισε γεφυρες και ελα να με ξαναβρεις.
Θα ειμαι εκει ακριβως που με αφησες, εκει που χαθηκαμε,
εκει που σταματησαμε για να ξεκουραστουμε,
Ακομα και αν φυγεις ακομα και αν τελικα επιλεξεις να μεινεις
να ξερεις πως θα ειμαι εκει που παντα με αφηνες.
Ενα βημα πιο πισω.